ο «Κυνόδοντας» μπήκε στην τελική πεντάδα για το Οσκαρ--πολιτισμος

Μισόν αιώνα αφότου ο θείος Οσκαρ χόρεψε στον ρυθμό του «Ποτέ την
Κυριακή», ένας νέος σκηνοθέτης, ο Γιώργος Λάνθιμος, είναι υποψήφιος. Ο
Κωνσταντίνος Γιάνναρης ετοιμάζει τις βαλίτσες του για Βερολίνο και
πλήθος άλλοι έλληνες σκηνοθέτες της νέας γενιάς παρακάμπτουν την κρίση
επινοώντας τους δικούς τους τρόπους να κάνουν καινούριες ταινίες με
φρέσκια ματιά.
Αλλωστε το διεθνές ανεξάρτητο σινεμά κερδίζει έδαφος και στα μεγάλα
φεστιβάλ, αποσπώντας καμιά φορά και το ενδιαφέρον των σταρ. Στις οκτώ
σελίδες που ακολουθούν τα θέματα αυτά εναλλάσσονται με αιχμή ιστορίες
που δεν ξεχάστηκαν και πρόσωπα που βρίσκονται στην επικαιρότητα.

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ πιο τυχερός ο Γιώργος Λάνθιμος σε σχέση με τον Μιχάλη
Κακογιάννη και τον Βασίλη Γεωργιάδη; Ηδη βραβευμένος στις Κάνες, ο
«Κυνόδοντας» μπήκε στην τελική πεντάδα για το Οσκαρ ξενόγλωσσης
ταινίας. Βραβευμένη στο γαλλικό φεστιβάλ ήταν και η «Ηλέκτρα» του
Κακογιάννη, που όμως έχασε το ίδιο βραβείο το 1963 από τις «Κυριακές
στην πόλη Αβρέ». Τρεις ακόμα ελληνικές ταινίες έφτασαν μπροστά στο
Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας αλλ' ατύχησαν. Το 1964 ο Βασίλης Γεωργιάδης
βρέθηκε στην πεντάδα με τα «Κόκκινα φανάρια» και μια εξαιρετική ομάδα
ηθοποιών: Καρέζη, Παπαμιχαήλ, Φούντα, Χρονοπούλου, Διαμαντίδου,
Ανουσάκη, Χέλμη. Ομως είχε την ατυχία να 'χει απέναντί του τον Φελίνι
και το «Οκτώμισι».

«Είχαμε μεγάλη συγκίνηση» θυμάται η Κ. Χέλμη. «Στην Αμερική πήγαν ο
Γεωργιάδης με την Καρέζη, τότε παντρεμένη με τον Ζάχο Χατζηφωτίου.
Ημουν νεότατη, μόλις έβγαινα, είχα όμως παίξει στο θεατρικό έργο, πάνω
στο οποίο στηρίχτηκε η ταινία και που είχε σκηνοθετήσει ο Αλέξης
Δαμιανός. Με ή χωρίς Οσκαρ, είναι ένα σπουδαίο φιλμ».

Ο Β. Γεωργιάδης πλησίασε το χρυσό αγαλματάκι και το 1966 με το «Το
χώμα βάφτηκε κόκκινο» (με Κούρκουλο, Βόγλη, Κατράκη, Χρονοπούλου),
αλλά το Οσκαρ κέρδισε ο Τσεχοσλοβάκος Γιαν Καντάρ με το «Μαγαζάκι της
κεντρικής οδού». «Ο ενθουσιασμός μας μοιραζόταν με την αγωνία ώσπου να
μάθουμε τον νικητή» λέει ο Γ. Βόγλης. «Δεν υπήρχε δα και ταυτόχρονη
μετάδοση από το Λος Αντζελες. Η ταινία μάς είχε κάνει όλους
υπερήφανους, άλλωστε είχαμε δουλέψει σκληρά γι' αυτή, από το τέλος
Μαΐου ώς τα τέλη του Σεπτέμβρη με τις εξοντωτικές θερμοκρασίες των
40-42 βαθμών υπό σκιά στο θεσσαλικό κάμπο. Ατυχώς παίχτηκε μόνο για
ένα χρόνο, γιατί μετά ήρθε η χούντα και την έβαλε στο ψυγείο».

Το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή «κι ας είχα
κάνει ό,τι μπορούσα για να... μην συμμετάσχω στη διανομή. Ημουν στο
Λονδίνο τότε, αποφασισμένος να μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, όταν μου
έκαναν την πρόταση. Πήγα με το αυτοκίνητο ώς το Μιλάνο, το
ξανασκέφτηκα, επέστρεψα στη Γενεύη, τηλεφώνησα στην Αθήνα, μ' έβρισαν
και τελικά κατέβηκα».

Δις υποψήφιος για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας ήταν και ο Μ.
Κακογιάννης. Το 1978 επέστρεψε στο Λος Αντζελες με την «Ιφιγένεια» (με
Παπά, Καζάκο, Παπαμόσχου). Απέναντί του ο Μπουνιουέλ με το «Σκοτεινό
αντικείμενο του πόθου» και ο Ετορε Σκόλα με την «Ξεχωριστή μέρα» με τη
Λόρεν και τον Μαστρογιάνι. Κι όμως, το βραβείο δόθηκε στη γαλλική
«Μαντάμ Ρόζα» με τη Σιμόν Σινιορέ.

Ο μεγάλος σκηνοθέτης είχε κερδίσει πολλά άλλα διεθνή βραβεία, αλλά
και... έχασε επίσης κάποια. Δεν ξεχνά τι έγινε με την «Ηλέκτρα» στις
Κάνες: «Η επιτροπή συνεδρίαζε στη βίλα της Μπεγκούμ, της γυναίκας του
Αγά Χαν η οποία μέχρι το μεσημέρι μού τηλεφωνούσε για να μου πει πως
είχα τον Χρυσό Φοίνικα στην τσέπη μου. Ομως τα πράγματα άλλαξαν,
επειδή ο Τριφό επέμενε πως δεν μπορούσε να δοθεί κινηματογραφικό
βραβείο σε κινηματογραφική μεταφορά αρχαίας τραγωδίας. Οταν, αργότερα,
η ταινία επιλέχτηκε στην πεντάδα των Οσκαρ, ήμουν στην Αμερική, αλλά
ήμουν επίσης σίγουρος πως δεν θα μου έδιναν το βραβείο, παρά τις καλές
κριτικές που είχα πάρει».

Οσο για την Ιφιγένεια, είχε χάσει από νωρίς τις ελπίδες του, αφού
«βγήκε από το παιχνίδι για μια ψήφο, όπως με είχε πληροφορήσει ήδη η
γραμματέας της επιτροπής, που ήταν φίλη».

Οσκαρ, αντιθέτως, έφερε ο Ζορμπάς -τρία μάλιστα: σκηνικών (Βασίλης
Φωτόπουλος) β' γυναικείου ρόλου (Λίλα Κέντροβα) και φωτογραφίας
(Γουόλτερ Λάσαλι) από τα εφτά για τα οποία είχε προταθεί. Δεν
αποτελούσε όμως η ταινία εθνική παραγωγή, αγγλόφωνη γαρ. «Ούτε στην
απονομή για τον "Ζορμπά'' είχα πάει», λέει ο σκηνοθέτης. «Βρισκόμουν
στη Νέα Υόρκη, αλλά ήμουν βέβαιος ότι θα το κέρδιζε με την "Ωραία μου
κυρία" ο στενός μου φίλος Τζορτζ Κιούκορ, που δεν είχε βραβευτεί ποτέ
μέχρι τότε. Εχω όμως δυο άλλα βραβεία που με γεμίζουν χαρά, τις δύο
Χρυσές Σφαίρες από την Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου για τη "Στέλλα"
και το "Κορίτσι με τα μαύρα"».

Επτά, Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011